Γιατί προσκυνοῦμε και τιμούμε τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτήρα καὶ τῆς Δέσποινάς μας, καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων καὶ διακόνων τοῦ Χριστοῦ;

ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

Ἔκδοσις ἀκριβῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 89. Γιὰ τὶς εἰκόνες

Ἐπειδὴ μερικοὶ μᾶς ἐπικρίνουν, ποὺ προσκυνοῦμε και τιμούμε τὴν εἰκόνα τοῦ Σωτήρα καὶ τῆς Δέσποινάς μας, καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων καὶ διακόνων τοῦ Χριστοῦ, ἂς ἀκούσουν, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴν εἰκόνα του. Για ποιό λόγο λοιπὸν ὁ ἕνας προσκυνεῖ τὸν ἄλλο, ἂν δὲν εἴμαστε δημιουργήματα κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ; Γιατὶ ὅπως λέγει ὁ θεοφόρος καὶ γνώστης τῶν θείων Βασίλειος, «ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνας περνά πρὸς τὸ πρωτότυπο». Πρωτότυπο εἶναι αὐτὸ ποὺ εἰκονίζεται, ἀπὸ τὸ ὁποῖο γίνεται τὸ παράγωγο. Γιὰ ποιό λόγο ὁ λαὸς τοῦ Μωυσῆ προσκυνοῦσε γύρω γύρω τὴ σκηνή, ποὺ εἶχε τὴν εἰκόνα καὶ τὸν τύπο τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, καὶ μᾶλλον ὁλόκληρης τῆς κτίσεως; Λέγει λοιπὸν ὁ Θεὸς στὸν Μωυσή: «Όρα, ποιήσεις πάντα κατὰ τὸν τύπον τὸν δειχθέντα σοι ἐν τῷ ὄρει»(Έξ. 25,40) Καὶ τὰ Χερουβίμ ποὺ σκιάζουν τὸ ἵλαστήριο δὲν εἶναι ἔργα ἀπὸ ἀνθρώπινα χέρια, Τί εἶναι ἐπισης ὁ περιώνυμος ναὸς στὰ Ἱεροσόλυμα; Δὲν εἶναι κατασκευασμένος μὲ χέρια καὶ ἀνθρώπινη τέχνη;

Ἡ θεία Γραφὴ ἐπικρίνει ὅσους προσκυνοῦν τὰ γλυπτά, ἀλλὰ καὶ ὅσους θυσιάζουν στὰ δαιμόνια. Θυσίαζαν καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, θυσίαζαν καὶ οἱ Ἰουδαῖοι· ἀλλὰ οἱ εἰδωλολάτρες στὰ δαιμόνια, ἐνῶ οἱ Ἰουδαῖοι στὸν Θεό. Καὶ ἔτσι ἡ θυσία τῶν εἰδωλολατρῶν ἦταν ἀπόβλητη καὶ ἀξιοκατάκριτη, ἐνῶ τῶν δικαίων ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν Θεό. Γιατί θυσίασε ὁ Νῶε, καὶ «ὠσφράνθη ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας»(Γεν. 8,21), ἀφοῦ ἀποδέχτηκε τὴν εὐωδιὰ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ τῆς καλῆς διαθέσεως πρὸς αὐτόν. Ἔτσι τὰ γλυπτὰ τῶν εἰδωλολατρῶν, ἐπειδὴ ἦταν ἐξεικονίσματα δαιμόνων, εἶναι ἀπόβλητα καὶ ἀπαγορευμένα.

Ἑξάλλου ποιός μπορεῖ νὰ κάνει ὁμοίωμα τοῦ ἀόρατου καὶ ἀσώματου καὶ ἀπερίγραπτου καὶ ἀσχημάτιστου Θεοῦ, Τὸ νὰ σχηματίζει λοιπὸν κανεὶς τὸ θεῖον εἶναι δεῖγμα ἀκραίας παραφροσύνης καὶ ἀσέβειας. Γι’ αὐτὸ στὴν Π. Διαθήκη δὲν ἦταν συνηθισμένη ή χρήση τῶν εἰκόνων. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Θεὸς ἀπὸ φιλανθρωπία ἔγινε ἀληθινὰ ἄνθρωπος γιὰ τὴ σωτηρία μας, δὲν φανερώθηκε ὅπως στὸν Ἀβραὰμ μὲ μορφὴ ἀνθρώπου, οὔτε ὅπως στοὺς προφῆτες, ἀλλὰ κατ᾿ οὐσία καὶ ἀληθινὰ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ διέμεινε πάνω στὴ γῆ «καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ 3,38), θαυματούργησε, ἔπαθε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε, καὶ ὅλα ἔγιναν ἀληθινά, θεάθηκε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἰκονίστηκε γιὰ νὰ ὑπενθυμίζει καὶ νὰ διδάσκει ὅλα αὐτὰ σὲ μᾶς, ποὺ δὲν ἤμασταν παρόντες, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τὸν μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου χωρὶς νὰ δοῦμε ἀλλὰ ἀκούοντας καὶ πιστεύοντας. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ξέρουν ὅλοι γράμματα οὔτε ἀσχολοῦνται μὲ τὸ διάβασμα, οἱ πατέρες θεώρησαν ἀναγκαῖο ὅλα αὐτὰ νὰ ζωγραφίζονται σὰν κάποια δείγματα ἀρίστων ἔργων σὲ εἰκόνες γιὰ σύντομη ὑπόμνηση. Αναμφίβολα πολλές φορές, χωρὶς νὰ ἔχουμε στο μυαλό μας τὸ πάθος τοῦ Κυρίου, βλέποντας τὴν εἰκόνα τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ φέρνοντας στη μνήμη τὸ σωτήριο πάθος, γονατίζοντας προσκυνοῦμε ὄχι τὴν ὕλη, ἀλλὰ τὸν εἰκονιζόμενο, ὅπως δὲν προσκυνοῦμε τὴν ὕλη τοῦ Εὐαγγελίου οὔτε τὴν ὕλη τοῦ σταυροῦ, ἀλλὰ τὴ μορφὴ τοῦ Κυρίου. Γιατὶ σὲ τί διαφέρει ἕνας σταυρὸς ποὺ δὲν ἔχει τὴ μορφή τοῦ Κυρίου ἀπὸ ἄλλο ποὺ τὴν ἔχει; Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ, γιατὶ ἡ τιμή πρὸς αὐτὴν ἀναφέρεται σ’ αὐτὸν ποὺ σαρκώθηκε ἀπ’ αὐτὴν. Παρόμοια εἶναι καὶ τὰ ἀνδραγαθήματα τῶν ἁγίων ποὺ μᾶς ἐνισχύουν στὴν ἀνδρεία καὶ τὸν ζῆλο καὶ τὴ μίμηση τῆς ἀρετῆς τους καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὅπως εἴπαμε ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς εὐγνώμονες τῶν ὁμοδούλων ἀποδεικνύει τὴν καλὴ διάθεση πρὸς τὸν κοινὸ δεσπότη καὶ ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνας περνᾶ πρὸς τὸ πρωτότυπο. Καὶ εἶναι ἄγραφη ἡ παράδοση αὐτή, ὅπως ἡ προσκύνηση μὲ στροφή πρὸς τὴν ἀνατολή, ἡ προσκύνηση τοῦ σταυροῦ καὶ ἄλλα πάρα πολλὰ παρόμοια μὲ αὐτά.

Ὑπάρχει καὶ κάποια ἱστορία, κατὰ τὴν ὁποία ὅταν ὁ Αὔγαρος, ὁ βασιλιὰς τῆς πόλεως Έδεσσας, ἀπέστειλε ζωγράφο γιὰ νὰ ζωγραφί- σει ὅμοιο τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἐπειδὴ δὲν μπόρεσε ὁ ζωγράφος νὰ τὸ ζωγραφίσει ἐξαιτίας τῆς λαμπρότητος ποὺ ἀκτινοβολοῦσε τὸ πρόσωπό του, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἔβαλε πάνω στὸ ζωοποιό του πρόσωπο ἕνα ἱμάτιο ἀποτύπωσε σ’ αὐτὸ τὴ μορφή του καὶ ἔτσι τὸ ἔστειλε στὸν Αὔγαρο ποὺ τὸ ἐπιθυμοῦσε.

Ὅτι ἐπίσης πάρα πολλὰ οἱ ἀπόστολοι ἀγράφως ἔχουν παραδώσει, τὸ γράφει ὁ Παῦλος, ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν· «Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἡμῶν, ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄Θεσ. 2,15), καὶ πρὸς τοὺς Κορινθίους· «Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὅτι πάντα μου μέμνησθε καί, καθώς παρέδωκα ὑμῖν, τὰς παραδόσεις κατέχετε» (Α΄ Κορινθ. 11,2).

Πηγή: ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ Ἔκδοσις ἀκριβῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως/ Νίκου Ματσούκα