Άγιος Παΐσιος : ..«Τί προσευχή κάνεις; τῆς λέω. Ἐσὺ γρατζουνᾶς τὸν Χριστὸ μ’ αὐτὰ τὰ νύχια! Κόψε πρῶτα τὰ νύχια, νὰ γίνη καλὰ τὸ παιδί. Γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ παιδιοῦ σου, τουλάχιστον νὰ κόψης τὰ νύχια καὶ νὰ πετάξης τις μπογιές»…

Καλλωπισμός: Μουντζούρες στὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ

Τί χαμένος κόσμος ὑπάρχει σήμερα! Καὶ οἱ γυναῖκες τώρα βάζουν στὰ μαλλιά τους κάτι κόλλες καὶ πῶς μυρίζουν! ᾿Αλλεργία σὲ πιάνει. Ὅταν βλέπω κοσμικιά γυναίκα, μὲ κοσμικὲς ὀμορφιὲς καὶ ἀρώματα, ἀηδιάζω έσωτερικά. Μοῦ εἶπαν: «Ἡ τάδε πῆγε στὴν Γερμανία νὰ μάθη αἰσθητική». «Καὶ τί εἶναι αἰσθητική;» ρώτησα. «Ἡ αἰσθητικός, μοῦ λένε, φτιάχνει τὶς γριές νέες». Τότε θυμήθηκα· εἶχα δεῖ κάποτε μιὰ ἡλικιωμένη ποὺ εἶχε μιὰ ὁριζόντια γραμμὴ στὸ μέτωπό της. Ρωτάω μετὰ ἕναν γνωστό της: «Τί ἔχει, ἡ καημένη;» «῎Α, τίποτε, μοῦ λέει· ἔκανε ἐγχείρηση, γιὰ νὰ τεντώση τὸ δέρμα της, νὰ φύγουν οἱ ρυτίδες». Κι ἐγὼ νόμιζα ὅτι εἶχε χτυπήσει καὶ εἶχε χειρουργηθῆ… Ποῦ φθάνει ὁ κόσμος σήμερα!

– Σήμερα, Γέροντα, δὲν θεωροῦν ἁμαρτία τὸν καλλωπισμό.

– Ναί, αὐτὸ κατάλαβα. Εἶδα μιὰ ψυχὴ πού, ἐνῶ πρῶτα ἦταν σὰν Ἄγγελος, δὲν τὴν γνώρισα μετὰ ἔτσι ὅπως ἦταν βαμμένη. «Ὁ Θεὸς ὅλα πολύ καλὰ τὰ ἔκανε, τῆς εἶπα, ἀλλὰ ἔχει κάνει ἕνα μεγάλο λάθος σ’ ἐσένα!» «Γιατί, Πάτερ;» μοῦ λέει. «Νά, στὰ μάτια τὰ δικά σου, δὲν ἔβαλε μελάνη ἀπὸ κάτω! Αὐτὸ τὸ λάθος ἔκανε! Ἐνῶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τοὺς ἔφτιαξε καλούς, ὄμορφους, ἔκανε λάθος σ’ ἐσένα! Βρέ, χαμένο, δὲν τὸ καταλαβαίνεις; ᾿Ασχημίζεις ἔτσι τὸν ἑαυτό σου! Σὰν νὰ ἔχης μιὰ βυζαντινή εἰκόνα καὶ τραβᾶς πινελιὲς ἀπὸ ἐδῶ κι ἀπὸ κεῖ καὶ τὴν μουντζουρώνεις, τὴν χαλᾶς. Πᾶμε στὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ
νὰ βάλουμε μπογιές; Η σὰν ἕνας ζωγράφος νάχη φτιάξη μιὰ καλὴ εἰκόνα, καὶ πάει μετὰ ἕνας ποὺ δὲν ξέρει ζωγραφική, παίρνει τὸ πινέλο καὶ κάνει κάτι μουντζούρες καὶ ἀσχημίζει τὴν εἰκόνα τοῦ ζωγράφου. Τὸ ἴδιο κάνεις κι ἐσύ. Ἔτσι εἶναι σὰν νὰ λὲς στὸν Θεό: “Δὲν τἄκανες καλά, Θεέ μου· ἐγὼ θὰ τὰ διορθώσω»»!

Μία ἄλλη ἦρθε μιὰ μέρα μὲ κάτι νύχια μέχρι ἐκεῖ, σὰν τὸ γεράκι, βαμμένα κόκκινα, καὶ μοῦ λέει: « Έχω τὸ παιδί μου ἄρρωστο βαριά. Νὰ κάνης προσευχή, Πάτερ! Κάνω καὶ ἐγὼ προσευχή, ἀλλά…» «Τί προσευχή κάνεις; τῆς λέω. Ἐσὺ γρατζουνᾶς τὸν Χριστὸ μ’ αὐτὰ τὰ νύχια! Κόψε πρῶτα τὰ νύχια, νὰ γίνη καλὰ τὸ παιδί. Γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ παιδιοῦ σου, τουλάχιστον νὰ κόψης τὰ νύχια καὶ νὰ πετάξης τις μπογιές». «Νὰ τὰ βάψω ἄσπρα, Πάτερ;» «Ἐγώ σοῦ λέω νὰ ξεβάψης τὰ νύχια καὶ νὰ τὰ κόψης· νὰ κάνης μιὰ θυσία γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ παιδιοῦ σου. Τί εἶναι αὐτά; Αν ἦταν, ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἔκανε μὲ νύχια κόκκινα». «Νὰ τὰ βάψω ἄσπρα, Πάτερ;» ῎Αντε τώρα!… «Καλὰ θὰ πᾶς καὶ σὺ καὶ τὸ παιδί σου…» εἶπα ἀπὸ μέσα μου. Τὰ παιδιὰ περισσότερο τὰ κρυολογεῖ ἡ μητέρα, ὅταν δὲν εἶναι ντυμένη μὲ τὴν σεμνότητα καὶ προσπαθῆ ἀκόμη καὶ νὰ «μαδάη» τὰ παιδιά της.

Μπορεῖ κάποιος νὰ εἶναι λίγο ἄσχημος ἢ νὰ ἔχη μιὰ ἀναπηρία. Ξέρει ὁ Θεὸς ὅτι ἔτσι θὰ βοηθηθῆ πνευματικά, γιατὶ τὸν Θεὸ Τὸν ἐνδιαφέρει περισσότερο ἀπὸ τὸ σῶμα ἡ ψυχή. Ὅλοι ἔχουμε τὰ καλά μας καὶ λίγα κουσουράκια – σταυρουδάκια, ὄχι σταυρό – ποὺ μᾶς βοηθοῦν γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο : «ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ», σελ. 289-290