Όσιος Αρσένιος ο Μέγας – 8 Μαΐου

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη του Οσίου Πατρὸς ἡμῶν ΑΡΣΕΝΙΟΥ τοῦ Μεγάλου 

Λαθεῖν βιώσας ᾿Αρσένιος ἠγάπα, Ος οὐδὲ πάντως ἐκβιώσας λανθάνει.

______________________

Agios Arsenios o Megas

AΡΣΕΝΙΟΣ ὁ θαυμαστός και περιβόητος ἐν ᾿Ασκηταῖς Πατήρ  ἡμῶν κατήγετο ἐκ τῆς περιφήμου καὶ ἐνδόξου Ρώμης, εἰς τὴν ἀποίαν ἐγεννήθη κατὰ τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ Δ΄ αἰῶνος καὶ ἐξεπαιδεύθη μετ᾿ ἄκρας Επιμελείας εἰς τὰ Ελληνικά γράμματα καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπιστήμας. Επειδή δὲ ἦτο εὐφυῆς καὶ οξύνους, ἀφοῦ κατέβαλε κόπους πολλούς, ἔμαθεν εἰς ὀλίγον καιρὸν τὴν φιλοσοφίαν, τὴν ρητορικὴν καὶ τὴν λογικήν, καταστὰς καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπιστήμας θαυμάσιος. 

᾿Αλλὰ μὲ ὅλην τὴν σπουδὴν τῶν γραμμάτων δὲν παρημέλει τὴν ἄσκησιν, μᾶλλον δὲ ἐπροτίμα ταύτην ὡς ψυχοσωτήριον. Ἀπὸ δὲ τῆς νεότητός του διῆγε βίον ἐνάρετον καὶ ὡς σώφρων κατεφρόνησεν ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν παιδείαν, ὡς οὐδὲν αὐτὴν λογισάμενος καὶ μόνον τὰ ἱερὰ διδάγματα τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς ἐπάθει νὰ ἀναγιγνώσκῃ. Όθεν λάμπων κατὰ τὰς ἀρετὰς καὶ θεαρέστως πολιτευόμενος, έχειροτον νήθη ὑπὸ τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Ρώμης Διάκονος. Τόσον δὲ διεφύλαξε τὸ κατ’ εἰκόνα ἀμόλυντον, ὥστε αὐτὸς μᾶλλον ἐτίμησε τὴν Ἱερωσύνης ἢ ἐτιμήθη ὑπ᾿ αὐτῆς.

  Ἦτο λοιπὸν μέγας κατὰ τὴν σοφίαν καὶ τὴν ἀρετὴν ὁ ᾿Αρσένιος, ὑπὸ πάντων εὐλαβούμενος καὶ πανταχοῦ περιβόητος. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἐκυβέρνα τὸ βασίλειον ὁ εὐσεβέστατος Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379-395), ὁ ὁποῖος, καθὼς ἦτο εἰς ὅλα θαυμάσιος καὶ εἰς τὴν πίστιν ὀρθοδοξότατος, οὕτως εἶχε πόθον νὰ διδαχθοῦν τὰ τέκνα του φιλοσοφίαν, πᾶσαν γνῶσιν καὶ ἤθη χρηστά, διὰ νὰ κυβερνήσουν, μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ, εὐσεβῶς καὶ σοφῶς τὸ βασίλειον.

  Ἐπεζήτει λοιπὸν ἔμπειρόν τινα καὶ γνωστικὸν ἄνθρωπον, ὅστις νὰ μὴ εἶναι μόνον σοφὸς εἰς τὰ γράμματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τάξιν ἔμπειρος, ἁπλῶς δὲ εἰπεῖν, νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ ρυθμίζῃ τὴν γνώμην μὲ μέτρον, νὰ συνδυάζῃ τὴν μεγαλοπρέπειαν μὲ τὴν ταπείνωσιν. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ μέγας κατὰ τὴν ἀρετὴν Θεοδόσιος ἐπεζήτει τοιοῦτον παιδαγωγόν, ἔστειλεν ὁ Θεὸς εἰς αὐτὸν ἄνθρωπον κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του. Πῶς δέ, ἀκούσατε.

   Ἦτο τότε βασιλεὺς εἰς τὴν Ἑσπερίαν ὁ Γρατιανός (367-383), ὅστις παρέμενεν εἰς τὴν Ρώμην. Πρὸς τοῦτον ἔγραψεν ὁ Θεοδόσιος νὰ ἀποστείλῃ εἰς αὐτὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον. Ὁ δὲ Γρατιανός συνεβουλεύθη τὸν τότε ᾿Αρχιερέα τῆς Ρώμης περὶ τοῦ ποῖον νὰ ἀποστείλωσιν.

  Ο δὲ ᾿Αρχιερεὺς ἐγνώριζεν ἀκριβῶς τὸν ᾿Αρσένιον, διότι οὗτος εἶχε καὶ μίαν ἀδελφὴν μεθ᾿ ἧς διῆγον πολιτείαν ἁγίαν. Ἰδὼν ὁ βασιλεὺς Γρατιανὸς τὴν θαυμασίαν ὄψιν τοῦ ῾Αγίου, τὴν εὐταξίαν, τὰ σεμνὰ ἤθη καὶ τὴν κοσμιότητα, ἀκούσας δὲ καὶ τὴν εὔλαλον ἐκείνην καὶ πάνσοφον γλῶσσαν, ἐθαύμασε καὶ πολὺ τὸν ἐπήνεσε, εἰπών· «Καθὼς ἠκούσαμεν, οὕτω καὶ εἶδομεν καὶ τίποτε δὲν σοῦ λείπει, ἀπὸ ὅσα καλὰ διηγοῦνται ὅτι ἔχεις. Λάβε λοιπὸν τὸν κόπον νὰ ὑπάγῃς ἕως τὴν Κωνσταντινούπολιν. ἵνα ἀναλάβης τοὺς παῖδας τοῦ βασιλέως καὶ θέλεις ἔχει μισθὸν πρῶτον ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ δεύτερον ἀπὸ τὸν βασιλέα, τὸν ὁποῖον θέλεις κάμει φίλον καὶ θέλει σοῦ δώσει δώρα πολλά».

Ταῦτα ἀφοῦ ἤκουσεν ὁ ταπεινόφρων ᾿Αρσένιος ἐπροφασίζετο, ότι δὲν ἦτο ἄξιος διὰ τοιοῦτον ἀξίωμα καὶ ἔλεγεν, ὅτι, ἀφ᾿ ὅτου ἔγινε Διάκονος, ἀφῆκε τὰ Ἑλληνικά μαθήματα καὶ ἔστρεψεν ὅλην του τὴν σπουδὴν καὶ τὸ φρόνημα εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ᾿Ακολουθίαν. Ἕνεκα δὲ τούτου εἶχε λησμονήσει τελείως τὴν φιλοσοφίαν. Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Ὅσιος ἕνεκα τῆς μετριοφροσύνης καὶ τοῦ μεγάλου πόθου, τὸν ὁποῖον εἶχε διὰ τὴν ἡσυχίαν, τὴν ὁποίαν ἐπροτίμα ὑπὲρ τὸν πρόσκαιρον πλοῦτον καὶ τὴν εὐμάρειαν. Ὁ δὲ βασιλεύς, καθὼς καὶ ὁ ᾿Αρχιερεύς, ἠννόησαν τὸν λογισμόν του καὶ τὸν παρεκάλεσαν νὰ μὴ παρακούσῃ εἰς αὐτούς, ἄλλως θέλουσι τὸν στείλει διὰ τῆς βίας καὶ οὕτω νὰ μὴ τοῦ γνωρίζουν καὶ χάριτας. Όθεν ένεκα τῆς ἐπιμονῆς τούτων καὶ ἵνα μὴ τὸν βιάσωσιν, ἐδέχθη νὰ μεταβῇ.

   ᾿Ἀφοῦ λοιπὸν ἐτοποθέτησε τὴν ἀδελφήν του εἰς Μοναστήριον καὶ ἐφωδίασε ταύτην μὲ ὅ,τι ἔχρειάζετο, ἀνεχώρησεν. Φθάσας ὁ ᾿Αγιος εἰς Κωνσταντινούπολιν παρέδωκεν εἰς τὸν Βασιλέα Θεοδόσιον τὰ γράμματα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐνεχείρισεν ὁ Γρατιανός, ἀναγνώσας δὲ ταῦτα ὁ βασιλεὺς εἶδε τοὺς τόσους ἐπαίνους διὰ τὸν σοφὸν ᾿Αρσένιον καὶ ἔλαβε μεγάλην ἀγαλλίασιν.

   «Επειτα βλέπων καὶ τὴν σεβασμίαν ὄψιν του, τὴν σεμνότητα καὶ εὐταξίαν του, ἀκούσας δὲ καὶ τοὺς μελιρρύτους λόγους του, ἐθαύμασεν ἔτι περισσότερον καὶ τὸν ηὐλαβήθη ὡς πατέρα του, παρουσιάσας δὲ τοὺς δύο παίδάς του, ᾿Αρκάδιον καὶ Ὀνώριον, εἶπε πρὸς αὐτὸν· «Τούτους παραδίδω, μετὰ Θεόν, εἰς τὰς χεῖράς σου καὶ ἀπὸ σήμερον ἂς σὲ ἔχουν ὡς πατέρα των, ἡ δὲ ἁγιωσύνη σου νὰ ἔχῃς τούτους ὡς γνήσια τέκνα σου καὶ ὁρκίζω σε μὴ ἀμελήσῃς, ἀλλὰ νὰ κάμῃς πάντα τρόπον νὰ λάβωσι διὰ σοῦ τὸ εὔ εἶναι, τὸ ὁποῖον εἶναι προτιμότερον καὶ πατρικώτερον παρὰ τὸ ἁπλῶς εἶναι, τὸ ὁποῖον προσέφερα εἰς αὐτοὺς ἐγώ, ὁ κατὰ σάρκα πατήρ των. Σὲ παρακαλῶ δέ, ἡγαπημένε μου ᾿Αρσένιε, νὰ ἐκπαιδεύσῃς τούτους ἶνα γίνουν κατὰ τὴν ἀρετὴν ὅμοιοί σου καὶ νὰ μὴ φθείρῃ τούτους καμμία νεανικὴ ἐπιθυμία. Ναί, Θεέ μου καὶ Δέσποτα παντοδύναμε, δυνάμωσον αὐτοὺς καὶ ἀξίωσέ τους νὰ γίνουν, ὡς ὁ διδάσκαλός των, δοῦλοί Σου γνήσιοι».

Ταῦτα πρὸς τὸν Χριστὸν μετὰ δακρύων εὐξάμενος ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος, ἔστρεψε πάλιν τὸν λόγον πρὸς τὸν ᾿Αρσένιον, λέγων· «Πρόσεχε, ἀδελφέ φίλτατε καὶ Πάτερ σεβασμιώτατε, νὰ μὴ ὑπολογίζῃς οὐδόλως, ὅτι φέρουν βασιλικὸν διάδημα, ἀλλὰ νὰ τοὺς τιμωρῆς αὐστηρῶς, ὅταν πταίσωσιν, ὡς ἰδικά σου τέκνα καὶ νὰ μὴ τοὺς δίδῃς οὐδεν μίαν τιμήν, τοῦτο δὲ σοῦ παραγγέλλω ἔμπροσθεν αὐτῶν· ἐὰν δὲ ἴδω δεν δὲν ἐφύλαξες τὴν ἐντολήν μου αὐτήν, θέλω σκανδιλισθῆ καὶ θέλω σὲ μισήσει, ὡς ἐπίβουλον τῆς βασιλείας μου». Αὐτὰ καὶ ἔτερα πλείονα ειπών, ἐγκατέστησεν ὅλους εἰς κατάλληλον οἴκημα πλησίον τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων, διὰ νὰ τοὺς βλέπῃ συχνάκις καὶ νὰ παρακολουθῇ τὰ γινόμενα.

 Τιμήσας δὲ καθ’ ὑπερβολὴν τὸν θεῖον ᾿Αρσένιον, τὸν ἐψήφισε πρώτον τῆς συγκλήτου καὶ ἐπρόσταξε νὰ τὸν ὀνομάζουσιν όλοι ὄχι μόνον τῶν παίδων, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ βασιλέως πατέρα γνήσιο. Όλοι τότε οἱ γνωστικοὶ τὸν ἐπῄνεσαν, διότι μὲ τὸν τρόπον τοῦτον ἐτίμησε μᾶλλον τὸν Θεοδόσιον παρὰ τὸν ᾿Αρσένιον.

Κατέβαλε λοπὸν ὁ Όσιος ὅσην ἠδύνατο ἐπιμέλειαν, διὰ νὰ γίνουν οἱ παῖδες καθὼς ἐπόθει · ὁ Θεοδόσιος· καὶ πότε μὲν ἡρμήνευεν εἰς αὐτοὺς τὰ Ἑλληνικά μαθήματα, πότε τοὺς ἐδίδασκε τὴν ἁγίαν Γραφήν, ἥτις εἶναι ὠφελιμωτέρα τῶν ἄλλων συγγραμμάτων. ᾿Αλλοτε πάλιν τοὺς ἐνουθέτει πῶς νὰ πορεύωνται εἰς τὰ πρόσκαιρα πράγματα, πῶς νὰ υποτάσσωνται εἰς ὅλα τὰ παρὰ τοῦ πατρός των προσταττόμενα, νὰ αγαπῶσι τοὺς δούλους καὶ ὅλους τοὺς ὑπηκόους καὶ πλεῖστα ἄλλα εδίδασκε τούτους, ὅσα ἐγνώριζεν ὅτι ὠφελοῦν τὴν ψυχήν. Ἐξαιρετικῶς δὲ παρεκίνει τούτους νὰ μὴ ὑψηλοφρονῶσι διὰ τὸ βασιλικὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ ταπεινώνωνται, ἐνθυμούμενοι τὴν ἄκραν ταπείνωσιν τοῦ Βασιλέως τῶν βασιλέων καὶ νὰ δεικνύουν εἰς τοὺς πτωχούς πολλὴν συμπάθειαν δίδοντες ἐλεημοσύνην, διὰ νὰ εύρουν καὶ αὐτοὶ ὁμοίως ἐλεος παρὰ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως.

   Αὐτὰ καὶ ἔτερα διδάσκων καθ’ ἡμέραν πρὸς τοὺς βασιλόπαιδας ὁ πάνσοφος, ὠφέλει τούτους πολὺ καὶ ἐπρόκοπτον, ὄχι μόνον εἰς τὰ μαθήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἤθη καὶ τὴν τάξιν.

Ἡμέραν δέ τινα εἰσῆλθεν ὁ βασιλεὺς ἵνα τοὺς ἴδῃ πρὸ τοῦ διατεταγμένου καιροῦ. Ὡς δὲ εἰσῆλθεν ἀπροόπτως, εύρεν αὐτοὺς μὲν καθε ζομένους εἰς τοὺς θρόνους, τὸν δὲ Ὅσιον διδάσκοντα όρθιον, διότι όχι μόνον ἠγάπα πολὺ τὴν ταπείνωσιν, ἀλλὰ καὶ διότι ἐτίμα τὸ ἀξίωμα τῆς βασιλείας. Τοῦτο ἰδὼν ὁ βασιλεὺς δυσηρεστήθη καὶ ἐξέδυσε τοὺς παῖδας τῶν βασιλικῶν ἐνδυμάτων, τῆς ἀλουργίδος δηλαδὴ καὶ τοῦ διαδήματος καὶ ἐνέδυσε τούτους δι᾽ ἁπλῶν ἐνδυμάτων. Καὶ τὸν μὲν ᾿Αρσέν νιον ἐπρόσταξε νὰ καθήσῃ, τούτους δὲ νὰ ἴστανται ὄρθιοι ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καθὼς κάμνουσιν ἅπαντες οἱ μαθηταὶ πρὸ · τῶν διδασκάλων. 

  Είπε δὲ πρὸς τὸν ᾿Αρσένιον· «Ἐὰν ἐκπαιδευθῶσιν ὥστε νὰ φυλάττουν τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ καὶ τὰς ψυχοσωτηρίους Του προσταγάς, θέλουν άξιωθῆ νὰ λάβουν ἀπὸ τὴν ᾿Αγίαν Του δεξιὰν τὸ βασίλειον. Εἰ δὲ μή, καλλίτερον νὰ ἀποθάνωσι, παρὰ νὰ διοικοῦν κακῶς καὶ ἀπαιδεύτως». Ταύτα ἀκούσας ὁ σοφὸς ᾿Αρσένιος ἐθαύμασε διὰ τὴν εὐσεβῆ γνώμην τοῦ βασιλέως καὶ ἀφοῦ ἑπήνεσε ταύτην ταπεινῶς ὡς λογικήν, φρόνιμον καὶ θεοσεβῆ, ὑπήκουσεν. Οὕτως αὐτὸς μὲν ἐκάθητο ὅσην ώραν ἐδίδασκεν, αὐτοὶ δὲ ἴσταντο ὄρθιοι κατὰ τὸ πατρικὸν πρόσταγμα. 

__________________

Πλὴν μὲ ὅλην τὴν τιμὴν τῆς ὁποίας ἀπελάμβανεν ὁ Όσιος δεν ἀνεπαύετο, διότι ἐπεθύμει νὰ ἡσυχάσῃ εἰς τόπον ἔρημον καὶ  ατάραχον, «Όθεν ηύχετο πολλάκις πρὸς τὸν Θεὸν μὲ θερμότατα δάκρυα να υποδείξῃ εἰς αὐτὸν τρόπον εὐπρεπῆ καὶ πρόφασιν εύλογον, ἵνα φύγῃ ταχέως ἀπὸ τὸν δεσμόν, χωρὶς νὰ σκανδαλισθῇ ὁ βασιλεὺς καὶ χωρὶς νὰ κινδυνεύσῃ ἡ ζωή του.

  Ούτω ὁ Θεὸς δὲν παρεῖδε τὴν θερμὴν καὶ εὐάρεστον αὐτοῦ αἴτησιν, ἀλλ’ ἐπήκουσε τῆς δεήσεώς του καὶ τὸν ἀπηλευθέρωσε διὰ τοῦ ἑξῆς τρόπου. Ο ᾿Αρκάδιος ὑπέπεσεν εἰς τι σοβαρόν παράπτωμα, ὥστε μὴ δυνάμενος νὰ τὸν ἀφήσῃ ἀτιμώρητον ό «Όσιος, ἐπειδὴ ἔκρινεν ὡς ὕβριν κατ᾿ αὐτοῦ τὸ παράπτωμα τοῦ νέου, ἔδειρε τοῦ τον δικαίως, ὡς ἔπρεπε, διὰ νὰ σωφρονισθῇ. Ο ᾿Αρκάδιος ὅμως ἔμνησικάκισε καὶ ἐμίσησε τόσον τὸν διδάσκαλόν του, ὥστε διελογίσθη νὰ τὸν θανατώσῃ, διὰ νὰ ἐκδικηθῇ τὴν ὕβριν.

Εἶχε λοιπὸν σπαθάριόν τινά, ὅστις τὸν ὑπηρέτει πιστότατα καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύετο ὅλα τὰ μυστικά του. Τοῦτον ἐπρόσταξε νὰ θανατώσῃ τὸν ᾿Αρσένιον μὲ ὅ,τι τρόπον δυνηθῇ. ᾿Αλλ᾿ ὁ σπαθάριος ἦτο πολὺ εὐλαβὴς καὶ θεοσεβὴς καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐτόλμησε νὰ φονεύσῃ τὸν δίκαιον ἀδίκως, φοβούμενος τὸν οὐράνιον Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπὶγειον, ἵνα μὴ θανατώσουν καὶ αὐτὸν ὡς ἄδικον. «Οθεν μυστικῷ τῷ τρόπῳ ἀπεκάλυψε πρὸς τὸν ᾿Αρσένιον τὴν ἐντολὴν ταύτην τοῦ ᾿Αρκαδίου καὶ τὸν συνεβούλευσε νὰ φύγῃ νύκτα τινὰ κρυφίως, διὰ νὰ μὴ κινδυνεύσῃ. Τοῦτο πασιφανῶς ἦτο οἰκονομία καὶ πρόνοια Θεοῦ, ἵνα ὁ ῞Οσιος ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τοὺς θορύβους καὶ τὴν σύγχυσιν τοῦ κόσμου καὶ ἀποχωρήσῃ εἰς τὴν ἡσυχίαν, κατὰ τὸν πόθον του. Νύκτα λοιπόν τινά ὁ ἴδιος ὁ σπαθάριος ἐξήγαγε τὸν «Αγιον κρυφίως ἀπὸ τὴν πόλιν.

Ὡς δὲ παρέμεινε μόνος ὁ Ὅσιος, ἀνέπεμψε πρὸς Κύριον δέησιν, ἵνα τὸν διαφυλάττῃ ἀπὸ τὸν κίνδυνον καὶ τὸν φωτίσῃ ποῦ νὰ ὑπάγῃ, διὰ νὰ ζήσῃ ἐν ἠρεμίᾳ. Ἐνῷ δὲ ὁ μακάριος προσηύχετο, ἤκουσε φωνὴν ἐξ οὐρανῶν λέγουσαν· «᾿Αρσένιε, φεῦγε τοὺς ἀνθρώπους καὶ σώζου».

ΠΗΓΗ: Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΠΕΜΠΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)