ΠΕΡΙ ΑΞΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΞΙΩΝ ΙΕΡΕΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ
(ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ)
Ευλόγησον Πάτερ

«ΠΡΕΠΕΙ ο ιερεύς να ήναι άγιος και ψυχή και σώματι. Να ήναι στύλος πυρός να φωτίζη την Εκκλησίαν, τουτέστι τον λαόν του Θεού, και να ήναι καθαρότερος από τας ακτίνας του ηλίου, δια να μη τον αφήση έρημον το Πνεύμα το Άγιον. Η ιερωσύνη γίνεται εις την γην, και τάξιν έχει επουρανίων Ταγμάτων. Διότι όχι άνθρωπος, ουδέ Άγγελος, ουδέ άλλη καμία δύναμις κτιστή δύναται να ενεργήση, αλλ’ αυτό το Πανάγιον Πνεύμα αυτήν την λειτουργίαν τελειοί, και ο Ιερεύς κάμνει την υπηρεσίαν των Αγγέλων. Δια τούτο πρέπει και ο Ιερωμένος να βάνη εις τον νουν του, όταν λειτουργή, πως στέκεται με τους Αγγέλους εις τον ουρανόν, έμπροσθεν του Θεού, και πρέπει να ήναι καθαρός ωσάν και τους Αγγέλους. Ή δεν ηξεύρετε πως δεν ήθελε δυνηθή ποτέ ανθρωπίνη ψυχή να βαστάξη εκείνο το πυρ της Θυσίας, εάν δεν ήτον πολλή της χάριτος του Θεού η βοήθεια; διότι, εάν γνωρίση τις τον άνθρωπον όπου είναι σαρκί και αίματι συμπεπλεγμένος, πώς δύναται να πλησιάση της μακαρίας φύσεως και ακηράτου; τότε θέλει ιδεί καλά, πόσης τιμής ηξίωσε τους Ιερείς η χάρις του Παναγίου Πνεύματος. Την Ιερωσύνην λοιπόν και αυτοί οι Άγιοι και Θεοφόροι Πατέρες πολύ την ευλαβήθησαν, ως υψηλήν, ουρανίαν, και ένθεον και μετά βίας πρέπει και αρμόζει μόνον των Αγίων να την έχουν και δια τούτο όποιος Ιερεύς δεν είναι Άγιος ας φεύγη μακράν από την Λειτουργίαν, να μη καή και ψυχικά και σωματικά.
Τόσον είναι υψηλοτέρα η Ιερωσύνη από την Βασιλείαν, όσον είναι εις το μέσον της ψυχής και του σώματος η διαφορά. Εκείνοι οι Ιερείς όπου πηγαίνουν να λειτουργήσουν, την φρικτήν Ιερουργίαν, πρέπει να καθαρίζουν και τας μικράς φαντασίας της ψυχής, και κατά το δυνατόν εισιέναι κατά μίμησιν των Σεραφίμ και των Χερουβίμ.
Διότι είναι τινές των Ιερέων, όπου ούτε πράξη, ούτε λόγω, ούτε γνώσει πολιτεύονται, κατά τους Θείους Κανόνας, αλλά προφάσει φιλοδοξίας και φιλοτιμίας, ήτοι δια να τους τιμούν, και να έχουν οφφίκια έγιναν Ιερείς, και δια τούτο μήτε του λόγου των, μήτε άλλους ηδυνήθησαν να σώσουν.
Άλλοι δε πάλιν, δια να ήναι αμελείς και φυγόπονοι, και δεν δύνανται να κυβερνήσουν την ζωήν τους, έγιναν Ιερείς.
Είναι δε και άλλοι, όπου δεν ηξεύρουν το κρίμα της υπηρεσίας ταύτης της Εκκλησίας, μηδέ εις νουν βάνοντες της αξίας το μέγεθος, εσέβηκαν εις το θυσιαστήριον, καθώς έτυχαν, αγράμματοι και απαίδευτοι. Και μη γνωρίσαντες το τοιούτον φοβερόν Μυστήριον, αποκοπίαν λέγουσιν είναι την Ιερωσύνην. Άλλοι δε πάλιν ήσαν ενάρετοι, και ανέβηκαν εις Αγιωσύνην, και τω βαθμώ της Ιερωσύνης, αξιωθέντες, εθάρρησαν πολλά εις αυτό το αξίωμα, όπου τους εδόθη και ούτω κλαπέντες και γελασθέντες, αμέλησαν της αρετής αυτών, και έπεσαν εις πάθη και πτώματα, και εκολάσθησαν.

Έτεροι δε δια ταπεινώσεως και καθαράς συνηδήσεως λειτουργούσι τω θυσιαστηρίω, και παντυχαίνουν την ανταπόδοσιν παρά του Κυρίου.
Εκείνος δε ,όπου είναι ανάξιος, και λειτουργεί, δεύτερος Ιούδας είναι, και περισσότερον θέλει κολασθή από τον Ιούδαν τον προδότην, διότι τον Δαθάν και Αβειρών εσχίσθη η γη και τους εκατάπιε ζώντας, μόνον διότι ετόλμησαν να θυμιάσουν εις τον Ναόν του Κυρίου αναξίως.
Πόσον σας φαίνεται εκείνος όπου καταπατεί το Σώμα και Αίμα του Σωτήρος Χριστού; Εκείνος βέβαια με χειρότερην τιμωρίαν και κόλασιν θέλει παιδευθή.

Ο καλός και αληθινός Ιερεύς πρέπει να ήναι ευσεβής , σώφρων, διδακτικός, ταπεινός, να μη ήναι μέθυσος, να κρατή την γλώσσαν του, να μη ήναι μνησίκακος, μήτε φιλάργυρος, αλλά ελεήμων και από όλα φιλόξενος. Με όλους μικρούς και μεγάλους ηγαπημένος και ειρηνικός. Να μη πέρνη κέρδος από εκείνους όπου δανείζει, να μη βλασφημά και αφορίζει τινά, μηδέ πραγματευτής να γένη δια να μη λέγη ψέματα. Κατάκρισιν να μη δέχεται, να μη μετωρίζεται και να κάμνη τους άλλους να γελούν. Να μη αργολογή, αλλά να ομιλή εις ωφέλειαν των ακουόντων, και αυτά να ήναι από την Θείαν Γραφήν. Να μη ήναι γαστρίμαργος και φιλήδονος, δια να λυπήται το Πνεύμα το Άγιον. Να μη απομακρύνεται μετά θυμού και οργής, αλλά ταπεινά εις όλους. Να μη καλλωπίζεται, μηδέ να φθονή προκοπήν άλλου. Τον υβρίσαντα αυτόν να συγχωρή εξ’όλης του της καρδίας, και έμπροσθεν πάντων πριν να βασιλεύση ο ήλιος, να εξετάζη μετά πραότητος τους αμαρτάνοντας, και με φόβον Θεού να ελέγχη, ουδέ πρέπει να σκανδαλίση τινά, ή πλούσιον ή πτωχόν.
Αυτά όλα όπου είπαμεν, χρεωστεί ο Ιερεύς να φυλάγη μετά πολλής ακριβείας και προσοχής, ίνα μετά παρρησίας και καθαράς καρδίας και άλλους διδάσκη. Εάν αμελή τα λεγόμενα, και δεν τα φυλάγη καλώς προς ωφέλειαν των διδασκομένων υπ’αυτού, συμφέρει μυλόλιθον να κρεμάσουν εις τον λαιμόν του, να τον ρίξουν εις την θάλασσαν, διότι παρέβη και ημέλησε της τοιαύτης διδασκαλίας.»
(Ιωάνν.Χρυς.ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΙ,σελ.291,Εκδ.Βας.Ρηγοπούλου